Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Τζίμης Πανούσης: «Λίγοι από τους φίλους θα χαρούν, αν κάνεις κάτι σπουδαίο. Ο φθόνος κυριαρχεί…»

Του Ευθύμη Κουτσούκη
Aν ο Jimi Hendrix και ο Jim Morrison ζούσαν και επισκέπτονταν την Ελλάδα θεωρώ ότι δε θα έχαναν την ευκαιρία να πιουν μια μπύρα με τον συνονόματό τους, τον δικό μας Τζιμάκο!
Έτσι, για να συνειδητοποιήσουν τι σημαίνει να είσαι ροκ, επαναστατικός και «αιρετικός» στη χώρα μας. Πιστεύω ότι τα πολλά λόγια από πλευράς μου για το φαινόμενο Τζίμης Πανούσης είναι μάλλον περιττά.
Οι περισσότεροι εξ’ υμών έχετε μια σαφή εικόνα για το ποιος εστί ο γενειοφόρος τραγουδιστής, συνθέτης, σατιρικός, ηθοποιός, συγγραφέας, ζωγράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός…, με τον ιδιαίτερο, αθυρόστομο λόγο του και την καυστικότατη ματιά του πάνω στο κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Αγαπητός από πολλούς, «ενοχλητικός» για κάποιους άλλους είναι σίγουρα ένας ευφυέστατος άνθρωπος, που έχει να πει –ανοιχτή φυλακή τω στόματί του- πολλά ακόμη!
Αυτό που μπορώ προσωπικά, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιώσω είναι ότι αποτελεί ένα ευγενικότατο και καλοπροαίρετο άτομο, με το οποίο χαίρεσαι να κουβεντιάζεις, καθώς μόνο κερδισμένος μπορείς να βγεις από την αυθεντική και μοναδική λεκτική του… λαίλαπα. Αφαιρώντας τα ερωτήματα που του τέθηκαν, σας παραδίδω, άνευ λογοκρισίας, τις σκέψεις του… Let it burn!

Απολαύστε τον:

-Δεν είμαι Δημήτρης.
Ξέρεις το όνομα και το επίθετο παίζει μεγάλη σημασία.
Κυρίως όμως το επίθετο, το οποίο προκύπτει συνήθως από παρατσούκλι.
Το Πανούσης σημαίνει «το παν είναι η ουσία» (γέλια) –θέλω να λέω εγώ-.
Απ’ ό,τι έχω διαβάσει και απ’ ό,τι μου έχουν πει, ο προπάππους μου ήταν γραμματικός του Κολοκοτρώνη.
Είμαι διαπλεκόμενος δηλαδή οικογενειακά.
Ο Κολοκοτρώνης ένας χασάπης απ’ την Ζάκυνθο ήταν, που ήρθε να κάνει πλιάτσικο.
Γενικά υπάρχει μια σοβινιστική ματιά στα δικά μας θέματα, που έχει και επίπτωση στον πολιτισμό μας.
Γι’ αυτό, ενώ είμαστε μικρή χώρα, παράγουμε διαμάντια πολιτιστικά κυρίως τραγούδια, ποίηση…
Δεν υπάρχει άλλη χώρα τόσο μικρή, που να έχει δύο Νόμπελ και βραβείο «Λένιν».
Με ρώτησες το Τζίμης από που προέρχεται.
Όταν το όνομά σου δεν κολλάει με την πραγματικότητα, η κοινωνία έχει από μέσα τις αντιστάσεις και σε βγάζει στα ίσα σου...
Εγώ είμαι Τζίμης, έχω μέσα την αμερικανιά, τη σκανταλιά, τον διεθνισμό…
Έτσι με βγάλανε οι ξαδερφούλες μου, όταν ήμουν 3 χρονών.
Να σου πω ότι ξεκίνησα ως αγοροφοβικός.
Με έστελνε η μάνα μου να πάρω ψωμί και γύρναγα με άδεια χέρια. Αυτό κατάφερα να το ισορροπήσω βγαίνοντας στην σκηνή, όπου εκεί μεταμορφώνομαι.
Γίνομαι άλλο άτομο.
Αυτό που με κρατάει είναι η αγάπη του κόσμου.
Όταν έχω προβλήματα, το φάρμακό μου είναι να βγω έξω –πράγμα που δεν κάνω συνήθως-.
Αυτό όμως που με ευχαριστεί είναι ότι θα συναντήσω απλό κόσμο.

-Είναι η κατάσταση τέτοια τώρα, που άμα δεν κάνεις επίθεση, θα σε πάρει η λάσπη και θα σε ρουφήξει.
Είναι κινούμενη άμμος και θα δυσκολέψουν τα πράγματα κι άλλο, γιατί πρώτη φορά έχουμε αριστερά και η πρώτη φορά όπως γνωρίζουμε όλοι πονάει…
Και πονάει πολύ.
Έχω την πεποίθηση ότι θα ματώσουμε άγρια μέσα στο καλοκαίρι. Χρειάζεται μια εγρήγορση από όλους μας και ό,τι έχει ο καθένας να το δώσει.
Έχουμε ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα, όχι σαν λαός, αλλά ο τόπος. Δεν είναι η φυλή και το D.N.A, αυτές είναι φασιστικές προσεγγίσεις. Ο τόπος αυτός είναι μαγικός με τα θετικά και τα αρνητικά του.
Να πως αποδεικνύεται η δική μας συνέχεια με τους αρχαίους προγόνους:
Το ελάττωμα αυτό είναι ο φθόνος.
Λίγοι απ’ τους φίλους θα χαρούν, αν κάνεις κάτι σπουδαίο.
Ο φθόνος κυριαρχεί.
Ο Εφιάλτης, ο εξοστρακισμός, ο μισογυνισμός που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ο οποίος είναι κυρίαρχος του δικού μας πολιτισμού.
Έχω στο πρόγραμμα ένα κομμάτι για τον Χρυσόστομο, που αναφέρεται στη θέση της γυναίκας.
Η Ορθοδοξία έχει βαθύ μισογυνισμό.

-«Διεθνής καλλιτεχνικός μάνατζερ» (γέλια).
Έτσι θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου.
Μια ταμπέλα που την έχω πάρει από την Πατησίων.
Δεν μ’ αρέσουν γενικά οι τίτλοι, αλλά από μικρός δεν μπορούσα να αυτολογοκριθώ.
Στην υπόθεση με τον Νταλάρα θα μπορούσα να βάλω μια υπογραφή και να πω ότι δεν εννοούσα αυτό…, αποφεύγοντας τα όποια προβλήματα.
Προτιμώ να πεθάνω, παρά να κάνω πίσω σ’ αυτό που έχω βάλει στο μυαλό μου.
Δίχως να το σχεδιάζω, «γεννάται» απ’ τα πράγματα.
Εγώ από πιτσιρικάς μάλωνα με τους γονείς μου, διότι δεν μπορούσα να καταλάβω ποιες είναι οι… βρώμικες λέξεις.
Είχαμε θέμα στην οικογένεια.
Έλεγα, γιατί να μην λέμε «μουνί» και να λέμε «χέρι»;
Θεωρούσα το «χέρι», το «μουνί»… το ίδιο πράγμα.
Το εφάρμοζα και στα τραγούδια μου, γιατί έτσι μου έβγαινε, δεν το έκανα επί τούτου.
Ενδεικτικά, ένα απ’ τα πρώτα τραγούδια που έγραψα για την πρώτη μου γυναίκα ήταν το «Κι εγώ σ’ αγαπώ, γαμώ το Χριστό μου».
Δεν μπορούσα να το πω με άλλο τρόπο.
Για την εποχή εκείνη αυτό είχε ως αποτέλεσμα αποβολές, κατηγορίες για περιύβριση θρησκεύματος και περιύβριση αρχής. Πολλά προβλήματα και με τα δικαστήρια.
Ειδικά δικαστήρια και νοσοκομεία είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο.

-«Ο Τζιμάκος και οι Μουσικές Ταξιαρχίες».
Από το σχήμα αυτό περάσαν 25 μουσικοί περίπου και επειδή έχουμε καλή σχέση μ’ όλα τα παιδιά, λέγαμε κάποια στιγμή να βρεθούμε και να ξανακάνουμε ένα reunion…
Μιας και δεν το κάναμε στα σχολεία, να το κάνουμε μουσικά. Προσωπικά στις παραστάσεις θέλω να φεύγω απ’ την πεπατημένη. Θέλω να κάνω πάντα κάτι διαφορετικό.
Ασχολούμαι με πολλά πράγματα, αλλά η σάτιρα μ’ αρέσει και εντός και εκτός τραγουδιού.
Την έχουμε κληρονομήσει απ’ τους παππούδες μας, είναι καθαρά του τόπου.
Μια ιδιαίτερη τέχνη που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον πλανήτη. Περιέχει μια ιδιαίτερη βωμολοχική διαδικασία.
Είναι δύσκολο να χειριστείς τον «βρώμικο» λόγο, γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει «βρώμικος» λόγος.
Γι’ αυτό κι εγώ, όταν κάποιος λέει π.χ. «αρχίδι» σοκάρομαι…
Το πιστεύεις;…
Πρέπει να το πεις με τέχνη αυτό το πράγμα.
Εγώ ανάμεσα στα τραγούδια, στις παραστάσεις, κάνω βασικά αυτοσχεδιασμό…
Παίζει ρόλο η αναπνοή, η παύση…
Αν το πω πριν ή μετά, το ίδιο αστείο δεν περνάει.
Κάτι εξίσου σημαντικό είναι ο κόσμος στην ολότητά του… το κοινό που λέμε.
Για μένα είναι ο Θεός.
Τελειώνει η παράσταση και λέω «τι ωραία παράσταση».
Ακολούθως, έρχονται στα καμαρίνια και είναι ο ένας χειρότερος απ’ τον άλλον.
Αναρωτιέμαι «αυτοί ήταν κάτω»;
Ένας-ένας είναι γελοία άτομα, όλοι μαζί όμως γίνονται ένα πράγμα διαφορετικό–μαγικό.

-Mεγάλη μου χαρά είναι η επαφή με τον κόσμο.
Θα σου πει πράγματα, τα οποία εσύ δεν τα έχεις σκεφτεί.
Τα πιο ουσιώδη τα ακούς απ’ τους απλούς ανθρώπους.
Αυτούς που λέμε αγράμματους.
Εδώ καθόμαστε συζητάμε αναρχικά, θεωρητικά… πάω στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα και με δυο κουβέντες η περιπτερού στα έχει λύσει όλα.
Είναι η λαϊκή σοφία που λέμε.
Άλλοι πιστεύουν στον Θεό, εγώ πιστεύω στον Λαό και το λέω με πάσα ειλικρίνεια.
Ένα κομπλιμέντο που έχω απομονώσει προήλθε από μια κυρία σε παράσταση στην Θεσσαλονίκη.
Στις παραστάσεις κοιτάω κυρίως απευθείας το φως.
Όταν κατεβαίνω στο κοινό, θα δω έναν και θα παίξω μ’ αυτόν. Ειδικά εάν πω κάτι δύσκολο και δω ότι το «πιάνει».
Βλέπω έναν τύπο, 50άρη και την γυναίκα του δίπλα, η οποία ήταν μουτρωμένη σ’ όλη την παράσταση.
Την πείραζα, της έκανα αστεία, αλλά αυτή δεν «τσίμπαγε». Κατεβαίνουν στα καμαρίνια μετά και αφού μου λέει αυτός συγχαρητήρια, την ρωτάω αν της συμβαίνει κάτι…
Και μου λέει:
«Με εσάς έχω πρόβλημα, κύριε Πανούση, είστε τόσο ωραίο παιδί, γιατί φοράτε αυτά τα κουρέλια και μας ξεκαβλώνετε;» (γέλια).
Κι ένα άλλο.
Ανεβαίνοντας την Μεσογείων, σταματάω σε ένα περίπτερο να πάρω εφημερίδα και με κοιτάει ο περιπτεράς και μου λέει:
«Είσαι ο Πανούσης;», λεω «ναι».
Βγαίνει έξω, με κοιτάει, ξαναμπαίνει μέσα και μου λέει:
«Σιγά μην είσαι ο Πανούσης.
Ο Πανούσης είναι 2 μέτρα άντρας» (γέλια).
Όσον αφορά σε δυσμενείς κριτικές απ’ τον συστημικό κόλπο, είναι γεμάτες φθόνο, σε στυλ «ο Πανούσης είναι γιός εφοπλιστή, ο πατέρας του έχει λεφτά, γι’ αυτό μπορεί και τα λέει».
Λέει ο κόσμος, «άλλαξε ο τάδε».
Εγώ δεν πιστεύω με τίποτα ότι ο καθένας ήταν κάπως και έγινε κάπως αλλιώς.
Ούτε εγώ έχω αλλάξει.
Ούτε και ο κόσμος.
Απλά υπάρχει ένας «ρομαντισμός» (κακώς εννοούμενος), ότι παλαιότερα όλα ήταν καλύτερα.
Τα καλύτερα είναι τώρα.

-Να σου πω ότι γενικά, όταν δω μια καλή ταινία, ακούσω ένα ωραίο τραγούδι, διαβάσω ένα ενδιαφέρον βιβλίο, δω έναν πίνακα ζωγραφικής που πραγματικά μ’ αγγίζει, παίρνω τέτοια δύναμη και τέτοια χαρά, που μετά ό,τι φτιάχνω βασίζεται σε καλές στιγμές συναδέλφων.
Έρχομαι σπίτι και πλάθω ένα δικό μου σεναριάκι.
Μ’ αρέσει αυτός ο συναγωνισμός, γιατί μου δίνει ώθηση και χαρά ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι, που σκέφτονται το ίδιο.
Συγκεκριμένα δεν διαβάζω και δεν ακούω πολύ, επειδή γράφω και δεν μου κάνει και καλό να ακούω.
Προτιμώ να κάτσω να παίξω μουσική, παρά να ακούσω.
Έχω κάνει κάποια μαθήματα μουσικής, αλλά κυρίως είμαι αυτοδίδακτος.
Δεν μ’ αρέσει καθόλου η παρτιτούρα.
Με τους συναδέλφους δουλεύουμε σαν γκρουπ, ενορχηστρωτικά. Είμαστε παρέα 35 χρόνια… σαν αδέρφια.
Το reunion που θα γίνει στο «Κύτταρο» στις 3-4 και 17-18 Απριλίου, όταν και κλείνουμε 30 χρόνια, θα το αφιερώσουμε στα παιδιά αυτά που πέθαναν, απ’ τις «Μουσικές Ταξιαρχίες».
Αν δεν το κάναμε τώρα, θα πεθαίναμε πολλοί (γέλιο).

-Η σάτιρα είναι ανελέητη, αμείλικτη, δεν έχει όρια και είναι το μόνο φάρμακο για τον ρατσισμό.
Αν δεν έχεις αυτοσαρκασμό να πεις «τι Έλληνας είμαι; Σιγά τον Έλληνα.
Τι έχω παραπάνω απ’ τον Αλβανό… κι αυτός τον κώλο πίσω έχει και ο ομοφυλόφιλος τον κώλο πίσω έχει, άσχετα που τον χρησιμοποιεί αλλιώς», δεν πετυχαίνεις κάτι.
Χτυπάει τον ρατσισμό, επειδή ακριβώς είναι ανελέητη.
Εγώ θα σατιρίσω πρώτα τον εαυτό μου.
Ο αυτοσαρκασμός είναι το νούμερο ένα.
Όπως έχουν τον όρκο του Ιπποκράτη οι γιατροί, έτσι κι εμείς έχουμε τον όρκο του Απόλλωνα, σύμφωνα με τον οποίο «δεν έχουμε όρια». Σατιρίζουμε την μάνα μας, τον πατέρα μας.
Σατιρίζουμε τον ανάπηρο, τον νέγρο, τον Εβραίο, τον ομοφυλόφιλο. Δεν ξεχωρίζουμε κανέναν.
Δεν θεωρούμε ότι οι ομοφυλόφιλοι χρήζουν προστασίας.
Είναι κανονικοί άνθρωποι, όπως όλοι.
Η σάτιρα δεν θα διακρίνει ούτε θα «γλείψει» και έχει ως μεγάλο της εχθρό τον πολιτικό ορθολογισμό.
Αυτός είναι ο κυρίαρχος στον πλανήτη και όχι η λιτότητα.

-Με έχουν σημαδέψει κάποια πράγματα που έχει τονίσει ο Κορνήλιος Καστοριάδης.
Έχει πει ότι πρέπει να έχουμε αυτογνωσία.
Οι Νεοέλληνες για 20 αιώνες ήμαστε δούλοι.
Δεν έχουμε ούτε μια μέρα ελευθερίας.
Δεν υπάρχει άλλος λαός στον κόσμο, που να δέχτηκε 400 χρόνια δουλείας από τους Τούρκους, άλλα 200 πριν από τους Ενετούς, άλλα 200 πρωτύτερα από τους Ρωμαίους.
Τώρα είμαστε κάτω από τον «ζυγό» των Γερμανών.
Έχουμε… συνέταιρο ένα μπαταξίδικο κράτος, έναν απατεώνα, που όλο σου παίρνει.

-Είμαι προβοκάτορας.
Μ’ αρέσει να προβοκάρω.
Από την άλλη δεν είναι αυτός ο σκοπός.
Όταν δημιουργώ ένα τραγούδι, είμαι ακροατής.
Κάτι σημαντικό που κατάλαβα μέσα από την δουλειά, ενώ πίστευα στην αρχή το αντίθετο:
Δεν είναι ο στίχος, είναι η μουσική.
Δεν είναι το σενάριο, αλλά η σκηνοθεσία.
Εκτός αν μιλάμε για ποίηση, η οποία εμπεριέχει ήδη μουσική.
Τα μεγάλα έργα πραγματοποιούνται από ομάδες.

-Δεν έχω συγκεκριμένα μουσικά γούστα, μ’ αρέσει ό,τι είναι αληθινό, η αληθινή ανθρώπινη έκφραση.
Πήγαμε σε ένα σκυλάδικο στα Γιάννενα, εν ονόματι «Σουλάρα». Μικρότερο απ’ το δωμάτιό μου, όπου είδα υπέρβαρες γυναίκες αποκλειστικά στο μπαρ, στο σέρβις και στο τραγούδι.
Ειδικά η κόρη της Σουλάρας είναι μια φωνή, που δεν έχω ξανακούσει…
Οπωσδήποτε θα την φέρω στην Αθήνα για συνεργασία.

-Αγαπημένες ρήσεις…
Όταν τις γράφω και τις σκέφτομαι, έχουν φύγει από μένα.
Πολλές φορές τις εντοπίζω και ως συνθήματα στους τοίχους.
Μ’ αρέσει η φράση «θέλει η Εβραία να χαρεί, αλλά η Μοσάντ δεν την αφήνει». Επιπλέον, μ’ αρέσει το λογοπαίγνιο να έχει αξία.
Μία άλλη είναι «ήρθαν τα… αύρια να διώξουν τα σήμερα». Λογοπαίγνιο, που προσεγγίζει επί της ουσίας τα πράγματα.

-Στα Εξάρχεια μένει ο γιος μου τώρα.
Έμενα κι εγώ παλιά.
Έχω κάνει τον «Δράκουλα των Εξαρχείων».
Δε θέλω την γκετοποίηση, την απεχθάνομαι και πάει να γίνει κάτι τέτοιο.
Σε λίγο θα έρχονται οι τουρίστες στα Εξάρχεια και θα τα βλέπουν σαν «αξιοθέατο».
Πρέπει να τελειώνουμε με την λωρίδα της «γάδας», που λέω εγώ. Είναι μεγάλη ντροπή να πηγαίνεις στο κέντρο της Αθήνας, να είναι περικυκλωμένη η περιοχή και να είναι ο μπάτσος με το όπλο σαν να είμαστε σε κατοχή.
Αυτό που επίσης λέω, «λαός “οπλισμένος” ποτέ νικημένος».
Εγώ γουστάρω ο λαός να είναι συνειδητοποιημένος και «οπλισμένος» με γνώση, τέχνη αλλά και με πολιτισμό.
Θα πρέπει να φύγουν από την περιοχή οι κλούβες και οι μπάτσοι. Αλλά όχι να αρχίσεις να καίς και να καταστρέφεις, γιατί αυτό θα γυρίσει μπούμερανγκ.
Πρέπει με άλλο τρόπο.
Θα σου πω τι κάναμε αντίστοιχα, όταν είχαμε πάει στην Αγγλία.
Μου έκανε εντύπωση πόσες κάμερες είχε…
Αυτό που κάναμε, λοιπόν, ήταν να μαζευτούμε μια ομάδα και να παίξουμε μπροστά στις κάμερες.
Έκανα έναν μονόλογο, έπαιζα κιθάρα και στο τέλος ζήτησα πνευματικά δικαιώματα από την δουλειά μου, η οποία ήταν καταγεγραμμένη.
Μπορούν να γίνουν τέτοιες φάσεις.
Πρέπει να μην είναι γκέτο.
Να είναι μια ωραία συνοικία με τα μαγαζιά της, που είναι πολύ ιδιαίτερα.
Είναι ανάγκη να φύγουν οι μπάτσοι και οι δήθεν αναρχοαυτόνομοι μπάτσοι.
Γιατί ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, είναι νοοτροπία.
Πώς γίνεται να είσαι αναρχικός αντιεξουσιαστής και να βαράς την γυναίκα σου;
Δεν δένουν αυτά τα δύο.
Έχω δει παιδιά, φανατικούς αναρχικούς, να έχουν καταντήσει οι χειρότεροι ματατζήδες.
Πρόσωπα που ήταν τα πιο σκληρά φρικιά στην εποχή μου.
Θέλει πολιτιστική αντεπίθεση.
Δε θέλει να κάψεις το αμάξι του μεροκαματιάρη.
Πήγαινε πυρπόλησε την Mercedes του καραγκιόζη του υπουργού, που είναι απέναντι.
Στοχευμένα πράγματα.

-Θα κάνω ένα πολυχώρο κάπου στο Μοναστηράκι.
Ένα κέντρο κουλτούρας και κατανάλωσης, όπου θα υπάρχει ραδιοφωνικός σταθμός, ο οποίος θα φαίνεται κι εξωτερικά, μέσα από τζάμια, να τον βλέπει όλος ο κόσμος.
Ένα εστιατόριο, και ένα κλαμπ.

Δουλεύουμε 20 ώρες την μέρα, αλλά αυτό το πράγμα σου δίνει ζωή. Την ενέργειά μου την οφείλω στην κόρη μου την Φωτεινή, αυτό το πλάσμα που είναι 5 χρονών τώρα.