Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

«Είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε;»

Τη μικρή Γιούλα (στη μέση), που μεγαλώνει σε χωματερή έξω από τη Μόσχα, παρακολουθεί επί 14 χρόνια στο ντοκιμαντέρ της,«Something better to come», η Χάνα Πόλακ.
Τη μικρή Γιούλα (στη μέση), που μεγαλώνει σε χωματερή έξω από τη Μόσχα, παρακολουθεί επί 14 χρόνια στο ντοκιμαντέρ της,«Something better to come», η Χάνα Πόλακ.
Δεν είναι εύκολο να παρακολουθείς ντοκιμαντέρ για αστέγους.
Οταν μάλιστα ο φακός προσωποποιεί το πρόβλημα.
Οταν ο Ρόκι, ο Αμαντού ή η Γιούλα δεν χάνονται μέσα στα εκατομμύρια αστέγων του κόσμου και το πρόβλημά τους δεν αφομοιώνεται από τη γενική, τραγική, συνθήκη.
Γιατί οι άστεγοι, στον πολιτισμένο κόσμο, δεν μειώνονται και η αστεγία αποτελεί όλο και πιο σύνθετο ζήτημα χωρίς διαφαινόμενη λύση.
Οι τρεις ταινίες που προβάλλονται στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου αιώνα, που άρχισε προχθές και ολοκληρώνεται την ερχόμενη Κυριακή 22 του μηνός, δίνουν τις διαστάσεις του θέματος σε τρεις διαφορετικές χώρες: στην Αμερική, τη Ρωσία και την Ελβετία.
Δίνουν, για την ακρίβεια, τη γεύση μιας ζωής στον δρόμο, σε «κέντρα» ή «καταλύματα» για αστέγους (στην καλύτερη περίπτωση), την καθημερινότητα που διεκδικεί μικροχαρές και απολαύσεις ακόμη και μέσα στα σκουπίδια, την ασίγαστη επιθυμία της «κανονικότητας», η οποία μεταφράζεται στα στοιχειώδη: ένα σπίτι και φαγητό. Το «Something better to come» (συμπαραγωγή Δανίας - Πολωνίας) για μια χωματερή έξω από τη Μόσχα όπου «ζουν» άστεγοι, το «Κατάλυμα» (Ελβετία) για ένα πολύ περιορισμένων δυνατοτήτων κέντρο φιλοξενίας μεταναστών κυρίως στη Λωζάννη και η «Τελική ευθεία» για έφηβους αστέγους στο Σικάγο είναι τρία ντοκιμαντέρ με ισχυρό αποτύπωμα και έναν κοινό άξονα: οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν «ζουν περιμένοντας μια καλύτερη μέρα».

Στον βυθό μιας χωματερής
Αυτό είναι εξάλλου και το μότο που κυριαρχεί στο ντοκιμαντέρ «Something better to come» που σκηνοθέτησε η Χάνα Πόλακ.
Μια φράση από τον «Βυθό» του Μαξίμ Γκόρκι, ένα έργο που, όπως και η ταινία, μιλάει για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αντοχή σε συνθήκες «κατάδυσης» και απόλυτης περιθωριοποίησης.
Η σκηνοθέτις παρακολουθεί ένα όμορφο κορίτσι, τη Γιούλα, από περίπου 9 χρονών, να μεγαλώνει στη μεγαλύτερη χωματερή της Ευρώπης.
Μια περιοχή που ονομάζεται Svalka και βρίσκεται σε απόσταση 20 χλμ. από το Κρεμλίνο.
Γύρω της σκουπίδια, παιδιά στη δική της ηλικία και μικρότερα, γονείς-συντρίμμια, αλκοολικοί, αδύναμοι να σταθούν στα πόδια τους.
Οι περισσότεροι είχαν σπίτι και δουλειά. Τώρα δεν έχουν. Τόσο απλά.
Η Γιούλα δεν γνωρίζει κανέναν άλλο κόσμο.
Ο σκουπιδότοπος είναι ο δικός της παιχνιδότοπος και βιβλιοθήκη (από πεταμένα έντυπα).
Εκεί, όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι τους σκεπάζουν με πλαστικά. «Ζούμε σαν τα γουρούνια.
Η αστυνομία μάς χτυπά και μας κλέβει», λένε, η μαφία προσπορίζεται οφέλη από τα μέταλλα που μαζεύουν.
«Αμα μπούμε σε λεωφορεία, μας αντιμετωπίζουν σαν ψύλλους ή κατσαρίδες. Είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε;».
Η απροσδιόριστης ηλικίας γυναίκα που μιλάει στον φακό, με το χαραγμένο από τις συνθήκες πρόσωπο, αμφιβάλλει.
Η Γιούλα μεγαλώνει, μένει έγκυος στα 17 της, το παιδί το αφήνει στο μαιευτήριο για υιοθεσία, ενηλικιώνεται, κατορθώνει να βρει δουλειά και να φύγει από τη χωματερή, γίνεται 22, 24 χρόνων, έχει σπίτι, σύζυγο, παιδί.
Η Πόλακ επί περίπου 14 χρόνια κινηματογραφεί τη Γιούλα και τη χωματερή, όχι χωρίς προβλήματα και απειλές από τους «έξω».
Ενα ντοκιμαντέρ που καθηλώνει.
Δεν δραματοποιεί, απλώς καταγράφει.
Δεν έχει παρά να αποτυπώσει το τοπίο, τα στραγγισμένα πρόσωπα, την καθημερινότητά τους, τις επιθυμίες, την ανελέητη στέρηση και του ελάχιστου, που μπορεί να κάνει τη ζωή υποφερτή.

Το όνειρο των παιδιών και οι ελπίδες
Ο Ρόκι, η Κάσι και ο Αντονι είναι τρεις έφηβοι (γύρω στα 17 - 18) στο Σικάγο.
Είναι τρεις ανάμεσα στους 2.000 - 3.000 αστέγους νεαρής ηλικίας που είναι εκτεθειμένοι τη νύχτα στους δρόμους της αμερικανικής πόλης, με τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
Είναι ανάμεσα στους 19.000 άστεγους μαθητές που πηγαίνουν στα δημόσια σχολεία του Σικάγου.
Οι δύο σκηνοθέτιδες Anne de Mare και Kirsten Kelly που υπογράφουν το σενάριο, τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία, στο ντοκιμαντέρ τους «Η τελική ευθεία» («The homestretch»), ακολουθούν τα πρόσωπα αυτά στη διαρκώς προσωρινή κατοικία τους.
Ο Ρόκι φιλοξενείται στο σπίτι μιας καθηγήτριάς του, που είναι φύλακας-άγγελός του.
Η Κάσι ήταν χωρίς σπίτι για πάνω από ένα χρόνο πριν ενταχθεί στο πρόγραμμα για εφήβους στο Belfort House, που παρέχει χώρο για ύπνο, γεύματα και απασχόληση.
Ο Αντονι γράφει ποιήματα, προσπαθεί να βρει δουλειά για να είναι ανεξάρτητος και «να βελτιώσει τη ζωή του».
Τα καταφέρνει.
Αγαπημένο βιβλίο της Κάσι είναι ο «Οθέλλος», ο Ρόκι παίζει τον Αμλετ στην παράσταση που ανεβάζει το Σαιξπηρικό Θέατρο του Σικάγου, με τη συμμετοχή μαθητών από δημόσια σχολεία.
Ο Ρόκι περιμένει διαρκώς τους γονείς του, που δεν εμφανίζονται: στα γενέθλιά του, την ημέρα της αποφοίτησης του... «Ο μεγάλος αγώνας μου είναι να μπω στο κολέγιο», δηλώνει στον φακό.
Στο τελευταίο πλάνο, ξεναγείται ως νεοεισερχόμενος στο Northeastern Illinois University.

«Το κατάλυμα»
Αντρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι, παιδιά στριμώχνονται έξω από ένα από τα (τρία) ειδικά κέντρα για αστέγους στη Λωζάννη.
Ρομά, Βαλκάνιοι, Ισπανόφωνοι, Αφρικανοί.
Μια μπάρα τούς χωρίζει από την είσοδο.
Είναι γύρω στους 80.
Ενας υπάλληλος αναλαμβάνει να επιλέξει 45. Οι υπόλοιποι θα αρχίσουν να περιφέρονται στους δρόμους της πόλης σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν.
Η κάμερα του Ελβετού Φερνάν Μελγκάρ, στο ντοκιμαντέρ του «Το κατάλυμα» («L’ abri»), καταγράφει και τις δύο διαδρομές.
Καθένας από τους εισερχόμενους καταβάλλει πέντε ελβετικά φράγκα για να φιλοξενηθεί.
Ο Αφρικανός Αμαντού εξομολογείται: «Είχα ένα μικρό μαγαζί. Εβλεπα όμως τους ξένους με ακριβά αυτοκίνητα και ρούχα.
Τα πούλησα όλα για να έρθω στη χώρα του Rolex…».
Μία ημέρα μόνο τον χρόνο «σπάνε την αλυσίδα της φτώχειας». Παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Πίνουν σαμπάνια, μαγειρεύουν, τραγουδούν, γλεντούν.
Το πρωί της κάθε επόμενης ημέρας, ο οδοκαθαριστής έχει ελάχιστη δουλειά στους πεντακάθαρους δρόμους της πόλης.
Σε μια εσοχή του δρόμου, ένα μικρός, αδιευκρίνιστος όγκος, καλυμμένος με κουβέρτα.

Στους τίτλους της ταινίας, μια φράση από την εισαγωγή του ελβετικού Συντάγματος: «Η δύναμη μιας κοινότητας μετριέται από την καλή κατάσταση των πιο αδύναμων μελών της».