Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Πέραν της έκβασης της διαπραγμάτευσης

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
Ένα από το σημεία στα οποία κατεξοχήν έχει απογοητεύσει η κυβέρνηση, ιδιαίτερα τον «κόσμο της Αριστεράς», είναι οι επιλογές προσώπων και πολιτικών στους τομείς της δημόσιας ζωής: από τις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία έως την υγεία και την πρόνοια, οι επιλογές της μοιάζουν να είναι απελπιστικά «μια από τα ίδια» με τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Έτσι, στις πολιτικές στους επιμέρους τομείς, αν και με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις1, η ασκούμενη διακυβέρνηση πέραν των διακηρύξεων φιλολαϊκότητας δεν διαφέρει και πολύ επί της ουσίας με ό,τι ακούγαμε τόσα χρόνια από τους προηγούμενους. Τα ίδια και τα ίδια: με την εξαίρεση, ίσως, κάποιων μέτρων για τα πλέον απαξιωμένα και περιθωριοποιημένα λαϊκά στρώματα, οι πολιτικές που ακολουθούνται θα μπορούσαν άνετα να υιοθετηθούν προ κρίσης από το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη ή τη Ν.Δ. του Καραμανλή. Καμία πρωτοτυπία, καμία διάθεση ρηξικέλευθων τομών, καμία άποψη ριζοσπαστικής διακυβέρνησης με αριστερό πρόσημο, καμία αλλαγή στους στόχους ή τη μεθοδολογία επίτευξής τους. Και τούτο συμβαίνει ακόμα και σε περιστάσεις που δεν επιφέρουν επιβάρυνση των δημοσιονομικών δεικτών2. Σταδιακά, στα διάφορα υπουργεία της κυβέρνησης έγινε αντιληπτό πως μετά βραχύ διάστημα αβεβαιότητας παλινορθώθηκαν λίγο λίγο οι κλίκες των ανώτερων στελεχών της υπαλληλίας που «κάνανε κουμάντο» στις προηγούμενες δύο δεκαετίας, τα αδιόρατα think tanks καθηγητάδων και μελετητών που μονοπωλούν τη χάραξη πολιτικών στους τομείς της δημόσιας διοίκησης όντας μόνιμοι συμβουλάτορες και τα ποικιλώνυμα κυκλώματα «ενδιάμεσων μεσολαβητών» των πολιτών με τα ύπατα κλιμάκια της πολιτικής ηγεσίας. «Πρώτη φορά Αριστερά»: ακούγεται πλέον λιγάκι σαν ειρωνεία…
Αλλά και αναφορικά με τα πρόσωπα σε θέσεις-κλειδιά της δημόσιας διοίκησης, σε νευραλγικά πόστα παραμένουν ακόμα διορισμένοι από τις μνημονιακές κυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Όπου διορίστηκαν εντέλει νέοι πρόεδροι, διοικητές κ.ο.κ., για κάθε στέλεχος με αριστερή άποψη και διαδρομή αντιστοιχούν τρεις του «βαθέος ΠΑΣΟΚ», και μάλιστα όχι «αγριοπασόκοι», αλλά του σημιτικού ΠΑΣΟΚ της λαμογιάς, του αυταρχισμού και της διαπλοκής (ως εάν να έπρεπε κάποιος του «βαθέος κράτους» να επιτηρεί τους τυχόν αριστερούς, μην τυχόν και εφαρμόσουν τίποτα «παρακινδυνευμένο»). Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, η στελέχωση των δημόσιων οργανισμών από την παρούσα κυβέρνηση επανέφερε απλώς τους εκσυγχρονιστές σημιτικούς μετά την παρένθεση των κυβερνήσεων ΓΑΠ και Σαμαρά στις θέσεις όπου ήταν επί χρόνια διορισμένοι παλαιότερα. Πώς τώρα μπορεί να περιμένει κανείς από αυτούς τους κατ’ επάγγελμα διοικητές δημόσιων οργανισμών επί ΠΑΣΟΚ-ΝΔ να χαράξουν, ασκήσουν, εφαρμόσουν μιαν άλλη πολιτική, είναι ένα μυστήριο…
Το χειρότερο είναι ότι στην πλειονότητα των υπουργείων η παρούσα ηγεσία όχι μόνο δεν ασκεί ριζικά διαφορετική πολιτική από τις προηγούμενες, αλλά μοιάζει να μην έχει καν στην ατζέντα της την αναζήτηση διαφορετικών πολιτικών ή να μην αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητά τους3. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Το ερώτημα αναδύεται επιτακτικό, καθώς αυτή η αδυναμία δεν αφορά μεμονωμένους τομείς της δημόσιας διοίκησης αλλά σχεδόν το σύνολό της. Δεν μπορεί, συνεπώς, να αποδοθεί στα sui generisχαρακτηριστικά του εκάστοτε προσώπου σε ηγετικό ρόλο4. Μερικοί λόγοι ερμηνείας του φαινομένου μπορεί να είναι οι παρακάτω:
  1. Το φόβητρο της «αριστερής παρένθεσης»: Η παρούσα κυβέρνηση μάλλον «τσίμπησε» στο σενάριο αυτό, που χαλκεύτηκε αρχικώς προεκλογικά από το επικοινωνιακό επιτελείο του Σαμαρά. Υπό το φόβο της ταχείας αμφισβήτησης, η κυβέρνηση και τα στελέχη της μοιάζουν να επιδίδονται σε πολιτική μαζικού κατευνασμού των υποσυστημάτων εξουσίας στους διάφορους τομείς, για να αποφύγουν ενδεχόμενες εσωτερικές συγκρούσεις με αυτά.
  2. Η πολιτική κατευνασμού υπό τη δαμόκλειο σπάθη της ρήξης με τους πιστωτές: Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, η κυβέρνηση, ιδιαίτερα όσο η διαπραγμάτευση αποδεικνύεται άκαρπη, καθώς οι πιστωτές ζητούν ολοένα και περισσότερα, μοιάζει να θέλει να αποφύγει κάθε τριβή με τα κατεστημένα του εσωτερικού ελπίζοντας στη συγκρότηση ενός κατά το δυνατόν ενιαίου μετώπου απέναντι στους «απέξω».
  3. Η αναγκαστική επιλογή κοινωνικών στηριγμάτων: Παρότι η παρούσα ηγεσία μάλλον θα προτιμούσε να στηρίζεται στη λαϊκή αποδοχή, η συνειδητοποίηση από πλευράς της ότι θα αναγκαστεί να υιοθετήσει μια μνημονιακή επί της ουσίας πολιτική τη σπρώχνει να αναζητεί στηρίγματα και στην αντίπερα όχθη – όχι δηλαδή στο λαό, αλλά σε όσους παγίως τον διαφέντευαν και τον πειθανάγκαζαν.
  4. Η ανυπαρξία σχεδίου και προγραμματικής αντίληψης ρήξης: Είναι κοινό μυστικό πλέον ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη προγραμματική επεξεργασία αλλαγής πολιτικής σε όλη τη γραμμή του μετώπου. Επιμέρους επεξεργασίες, φυσικά, υπήρξαν. Αλλά αυτό πόρρω απέχει από το να έχουν δουλευτεί στις μάζες, να έχουν δημιουργήσει μερίδες κοινωνικών στρωμάτων που να τις ενστερνίζονται έτοιμες να τις προωθήσουν από κυβερνητικές θέσεις. Το πιο προβληματικό όμως είναι ότι με τις επιλογές αυτές της παλινδρόμησης σε αστικές πολιτικές και μεθόδους διακυβέρνησης της σημιτικής περιόδου χάνεται η δυνατότητα έστω από τα πάνω κινητοποίησης μιας διεργασίας συγκρότησης μιας τέτοιας προγραμματικής στοίχισης στρωμάτων γύρω από μεσοπρόθεσμους στόχους θεσμικών τομών.
  5. Η ταχεία ανάδειξη στελεχιακού δυναμικού σε ηγετικές θέσεις χωρίς όμως τις απαραίτητες εμπειρίες ή δεξιότητες: Είναι δεδομένο ότι το στελεχιακό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε απότομα μπροστά σε προκλήσεις που ξεπερνούσαν τις προηγούμενες εμπειρίες του. Σαν αποτέλεσμα, όλοι όσοι αναδείχτηκαν στα ύπατα αξιώματα δεν είχαν τις ίδιες δυνατότητες να ανταποκριθούν στα νέα τους καθήκοντα5. Η παλινδρόμησή τους στη συνδρομή των συνήθων υπόπτων της διαμόρφωσης και άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής σε ένα βαθμό είναι και αποτέλεσμα της αδυναμίας των ηγεσιών να φανταστούν ή να υλοποιήσουν μιαν άλλη, ριζικά διαφορετική πολιτική στο χώρο ευθύνης τους. Η δε, μάλλον λαϊκίστικη, επιλογή του πρωθυπουργού να μειώσει τους μετακλητούς υπαλλήλους των επιτελείων των ηγεσιών των διάφορων υπουργείων και γραμματειών ενίσχυσε αυτή την αδυναμία, παραδίδοντας τις ηγεσίες αυτές βορά στην ανώτερη κρατική γραφειοκρατία, που και βαθύ ΠΑΣΟΚ είναι, και ξέρει να χειρίζεται κυβερνήσεις και να ασκεί την μόνη πολιτική που γνωρίζει, δηλαδή εκείνη τού «τα ίδια Παντελάκη μου»…
  6. Η ιδεολογική ήττα της Αριστεράς: Η ενσωμάτωση της ήττας των αριστερών ιδεολογικών πρακτικών τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και η λίγο-πολύ αποδοχή του δόγματος «There Is No Alternative» από μέρος του στελεχιακού δυναμικού, ιδιαίτερα της ανανεωτικής Αριστεράς, επιφέρει σήμερα άμεσες επιπτώσεις στη δυνατότητα των στελεχών αυτών να φανταστούν, έστω, τη δυνατότητα άλλης κατεύθυνσης για τις επιμέρους πλευρές της κρατικής πολιτικής πέραν του κλασσικού Κευνσιανισμού. Αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας είναι ο φόβος απέναντι σε κάθε κοινωνικό πειραματισμό, η αποφυγή κατεύθυνσης προς μείζονες τομές και η εμμονή σε δευτερεύοντα χαρακτηριστικά, κυρίως αισθητικής ή επικοινωνιακής διαχείρισης, των εφαρμοζόμενων πολιτικών και πολύ λιγότερο της ουσίας τους6.
Φυσικά όλα αυτά, όσο και αν είναι αποτελέσματα και αντικειμενικών ιστορικών ελλειμμάτων ή της ταχύτητας των πρόσφατων κοινωνικών διεργασιών, αποτελούν ωστόσο τραγικές επιλογές για το λαό και την κοινωνία και εδράζονται σε μεγάλες αυταπάτες για την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ: η από διάφορες πλευρές υποστηριζόμενη πολιτική του κατευνασμού των εγχώριων κατεστημένων εξουσίας δεν πρόκειται να αποδώσει τίποτα στην παρούσα διακυβέρνηση. Πολύ περισσότερο την εκθέτει στα μάτια των τμημάτων του λαϊκού κινήματος που αγωνίζονταν με άμεσο αντίπαλο κυρίως αυτά τα κατεστημένα. Τα τελευταία μάλιστα θα την εγκαταλείψουν αμέσως, με την ίδια ταχύτητα που διασυνδέθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ τυχοδιωκτικά μόλις διαφάνηκε η προοπτική κατάληψης της εξουσίας από πλευράς του. Πιστεύει άραγε κανείς στα σοβαρά πως όλος ετούτος ο στρατός των γραπωμένων στην εξουσία δεν θα λακίσουν μονομιάς με το που θα πέσει η πρώτη «ντουφεκιά»; Η κυβέρνηση αντίθετα θα έπρεπε να συνειδητοποιεί ότι σε οποιαδήποτε εξέλιξη, ρήξης ή όχι, μερικής ή καθολικής, το μόνο πραγματικό στήριγμα στο οποίο θα μπορούσε να υπολογίσει είναι ακριβώς τα αγωνιζόμενα τμήματα του λαού που σήμερα απογοητεύει με τις επιλογές της.
Επιπλέον η μονοπώληση του «μυστικού της εξουσίας» από τα think tanks και τη γραφειοκρατία των υπουργείων και των μόνιμων διοικητών οργανισμών και η αναπαραγωγή των ίδιων πολιτικών της σημιτικής δεκαετίας στο σημερινό δημοσιονομικό περιβάλλον θα φέρει την κυβέρνηση βήμα-βήμα (α) σε μεγαλύτερη αναποτελεσματικότητα (καθώς με τους σήμερα διαθέσιμους πόρους η άσκηση των ίδιων πολιτικών νομοτελειακά θα παράγει ολοένα και μηδαμινότερα αποτελέσματα), (β)στην αποξένωση από τα λαϊκά στρώματα που θα βλέπουν κάθε μήνα τις ανάγκες τους ακάλυπτες παρά την αριστερή ρητορική της κυβέρνησης, και (γ) στον εντεινόμενο αυταρχισμό προς το λαό (που τότε θα κατηγορηθεί πως «δεν καταλαβαίνει») και την αποκοπή της ηγεσίας από τις πραγματικές του ανάγκες.
Με δυο λόγια η κυβέρνηση φαίνεται7 να ωθείται βήμα-βήμα σε μια αυτοκαταστροφική επιλογή: στο να μην προχωρήσει σε καμία σημαντική τομή και ρήξη στην άσκηση της κρατικής πολιτικής, παρά με μικρές εξαιρέσεις. Το ερώτημα που προκύπτει αναπόδραστα όμως είναι: δεδομένου ότι, τόσο σε περίπτωση ρήξης με τους δανειστές, όσο και χωρίς αυτή, οι πόροι που θα έχει στη διάθεσή της η παρούσα κυβέρνηση θα είναι ούτως ή άλλως ασφυκτικά περιορισμένοι, πώς αναμένει να έχει διαφορετικό από τις προηγούμενες κυβερνήσεις αποτέλεσμα αν ακολουθεί λίγο-πολύ τις ίδιες πολιτικές (τις οποίες υλοποιούν προς τα κάτω τα ίδια πρόσωπα σε κομβικούς ρόλους);
Η μόνη απάντηση σε αυτό το ερώτημα από την κυβερνητική ρητορεία μπορεί να αναζητηθεί στο μοναδικό πεδίο όπου ίσως υπάρχει αυξημένη κυβερνητική ενάργεια, ήτοι εκείνο της κάθαρσης από τη διαφθορά. Η κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύει ότι, παρά τους λιγοστούς πόρους και χωρίς πολλές-πολλές τομές στην εφαρμοζόμενη πολιτική, μπορεί να πετύχει κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από τους προηγούμενους, επειδή ακριβώς του ότι είναι αδιάφθορη. Η πεποίθηση αυτή ελέγχεται βέβαια σοβαρά αφού (α) το κόστος της διαφθοράς ακόμα και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν μπορεί να συγκριθεί με το κόστος της νόμιμης και διαρθρωτικής απόσπασης πλούτου από τις κυριαρχούμενες τάξεις, και (β) είναι η έκθεση σε θέσεις διαχείρισης της αστικής πολιτικής που κάνει τους διαχειριστές ευεπίφορους στη διαφθορά – όχι δηλαδή τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά8. Η προβολή του αγώνα κατά της διαφθοράς ως βασικού εργαλείου αλλαγής πολιτικής και η σχετική υποτίμηση της ανάγκης θεσμικών τομών ριζικά αντίπαλων με τις προηγουμένως ασκούμενες πολιτικές, σε ρήξη με τα κατεστημένα κάθε χώρου, αποτελούν ίσως το κατεξοχήν σημείο ιδεολογικής κατίσχυσης των ΑΝΕΛ επί του ΣΥΡΙΖΑ: όπως εξάλλου προκύπτει από τη ρητορική τους, τα χρόνια της μνημονιακής λαίλαπας δεν οφείλονται στο νεοφιλελευθερισμό ή τα εοκικά μονοπώλια, αλλά στους «διεφθαρμένους και ξενόδουλους πολιτικούς». Άσε που με τόσους ΠΑΣΟΚους να παραμένουν στη ραχοκοκαλιά του κρατικού μηχανισμού, η διατήρηση του «ηθικού πλεονεκτήματος» είναι πολύ αμφίβολο ποντάρισμα.
Στα τέλη του 2011, ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, διαβλέποντας οξυδερκώς το κενό εκπροσώπησης στην ελληνική κοινωνία, έριξαν το σύνθημα της αριστερής κυβέρνησης, παρότι κόμμα, τότε, του 4%. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν στην πολιτική σκηνή, δεκαπλασιάζοντας τα εκλογικά ποσοστά τους. Μετεκλογικά όμως η εκούσια ή ακούσια επιλογή της ίδιας ηγετικής ομάδας μοιάζει να αφήνει μια μεγάλη ευκαιρία να γλιστρήσει από τα χέρια της, προσχωρώντας στην πολιτική κατευνασμού των ντόπιων κατεστημένων και εξωθούμενη έτσι στην παραίτηση από το εγχείρημα οικοδόμησης ενός κοινωνικοπολιτικού μπλοκ εξουσίας που θα μπορούσε να στηρίξει μια άλλη πορεία για την κοινωνία με προοπτική δεκαετιών. Η επιλογή αυτή απειλεί είτε να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε αστικό διαχειριστικό κόμμα, σαν τους προκατόχους του, είτε να τον αδειάσει σε περίπτωση που δεν ολοκληρώσει πιστά τη διαδρομή μετασχηματισμού του. Πολύ περισσότερο, όμως, απειλεί το λαό που αγωνίστηκε ενάντια στη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα της μνημονιακής εποχής με απογοήτευση και αποστράτευση: το κατοπτρικό ανάλογο του business as usual στην κυβέρνηση είναι αναπόφευκτα το «όλοι ίδιοι είναι» από το λαό. Και αν αύριο-μεθαύριο οι «θεσμοί» κατά πως φαίνεται αποφασίσουν να «τελειώσουν» την κυβέρνηση, αυτό θα έχει τραγικά κρίσιμη σημασία…
Είναι γνωστή η ιστορία από τα Δεκεμβριανά: ο εφεδρικός ΕΛΑΣ είχε στήσει τα πολυβολεία του στην Ακρόπολη. Είτε για να μην προκληθούν αντιδράσεις είτε από φόβο μην καταστραφούν τα αρχαία μάρμαρα από τυχόν συμπλοκές, αποφασίστηκε να εγκαταλειφτεί εκείνη η φυσικά οχυρή θέση. Την αμέσως επόμενη μέρα οι Άγγλοι είχαν στήσει εκεί τα δικά τους πολυβόλα και θέριζαν τους μαχητές της ελευθερίας. Και σε τούτη την περίπτωση δεν μοιάζει να υπάρχει φάρσα. Είναι και οι δυο τραγωδίες…
___________
Σημειώσεις
1 Π.χ. στους τομείς της παιδείας, της μεταναστευτικής πολιτικής, της δικαιοσύνης και της ενεργειακής πολιτικής, όπου παρά τις όποιες αντιφάσεις, επιχειρούνται μέτρα πολιτικής σε μια αντίπαλη με την περπατημένη κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση γι’ αυτούς ακριβώς τους τομείς δέχεται τα περισσότερα πυρά από τη νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση, γεγονός που διαμορφώνει έναν πρακτικό κανόνα αξιολόγησης του επιμέρους κυβερνητικού έργου: όπου ασκείται η πλέον λυσσαλέα αντιπολιτευτική κριτική από τους Ποταμίσιους νεοφιλελέδες, εκεί γίνεται όντως δουλειά πολιτικής με τομές και ρήξεις: όπου δεν ασκείται, γίνεται απλώς διαχείριση, τύπου business asusual
2 Π.χ. σε θέματα διάρθρωσης των δημόσιων υπηρεσιών, ιεραρχικής δόμησής τους, λειτουργίας των θεσμών, ακόμα και περιορισμού της ασυδοσίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
3 Πράγμα πολύ πιο απογοητευτικό από την όποια έκβαση στο θέμα της διαπραγμάτευσης του χρέους και των όρων χρηματοδότησης της χώρας. Διότι σ’ εκείνο το πρωταρχικό ζήτημα, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές πεποιθήσεις ή πολιτικές εκτιμήσεις τού καθενός μας, ο λαός –παρότι αντιλαμβάνεται πλήρως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προδίδει άρδην τις προεκλογικές του εξαγγελίες– είναι μάλλον πρόθυμος να τον υποστηρίξει γιατί (αντίθετα με την προεκλογική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ) δεν πίστευε ποτέ ότι μια ζόρικη διαπραγμάτευση είχε την οποιαδήποτε πιθανότητα να φέρει πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα στο βαθμό που δεν υπήρχε εναλλακτική λύση απειλητική προς τους πιστωτές ακόμα και σαν φόβητρο. Άρα είναι μάλλον πρόθυμος να δεχθεί το ρεαλισμό του συμβιβασμού γιατί αντίθετα με τον ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αντιλαμβάνονται μόνο τη γλώσσα των εκβιασμών και όχι των επιχειρημάτων.
4Αν και προφανώς οι διαφορές αυτές έχουν σημασία όπως και πρότερη διαδρομή των προσώπων που αναδείχθηκαν στις κορυφαίες ηγετικές θέσεις όπως και οι σχέσεις εκπροσώπησης που αυτά έχουν οικοδομήσει ή και προσπαθούν να οικοδομήσουν.
5 Η αδυναμία αυτή, εκτός από ποιοτική, είναι και ποσοτική: για να «τρέξει το κράτος», οποιαδήποτε κυβέρνηση υπό τους παρόντες όρους χρειάζεται 15-20.000 στελέχη ικανά να ασκήσουν διοίκηση σε θέσεις ευθύνης που να συνάδει με την πολιτική κατεύθυνση της διακυβέρνησης. Παρά τις ενέσεις πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αμφίβολο αν διέθετε το απαιτούμενο αυτό δυναμικό, δεδομένου άλλωστε ότι μέρος των στελεχών του μάλλον δεν τα εμπιστεύτηκε, λόγω της περισσής τους αριστεροσύνης. Και ακόμα περισσότερο που μετά τις εκλογές ένα μέρος των παλαιών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβανόμενα την σπανή στελεχιακού δυναμικού αποφάσισε να διαπραγματευτεί με γνώμονα όχι την κρισιμότητα του όποιου πόστου αλλά την ευκολία της προτεινόμενης θέσης, την αποφυγή ευθυνών, τις αποδοχές, την διασφαλιζόμενη προβολή κ.ο.κ.
6 Για να είναι κανείς δίκαιος σε αυτό η κυβερνώσα Αριστερά δεν είναι μόνη: το σύνολο σχεδόν της αριστεράς στην χώρα μας μοιάζει να αντιλαμβάνεται στην πράξη την αριστερή πολιτική ως περισσότερη χρηματοδότηση. Και τώρα που ούτως ή άλλως οι πόροι δεν περισσεύουν, το να κάνει κανείς αριστερή πολιτική φαντάζει σχεδόν αδύνατο. Αν αντιθέτως η αριστερά κυβερνώσα ή μη αντιλαμβανόταν την αριστερή πολιτική πρώτα και κύρια ως στόχευση, ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων, μεθοδολογία, τρόπο υλοποίησης, προσανατολισμό, επιλογή κοινωνικών μερίδων κ.ο.κ. τότε ίσως θα γινόταν σαφές πως σε μια περίοδο έλλειψης πόρων είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία η άσκηση μιας ριζοσπαστικής, καινοτόμου αριστερής πολιτικής.
7 Είτε, δηλαδή, με το φόβητρο της «αριστερής παρένθεσης» και της επικείμενης ρήξης με τους δανειστές, είτε λόγω οικονομικής στενότητας ή από έλλειψη σχεδίου και ικανότητας να το δημιουργήσει in media res, είτε από ενσωμάτωση της ιδεολογίας του μονόδρομου του καπιταλισμού.
8 Σε αυτό το σημείο ίσως να έχουμε στο μέλλον απογοητευτικά δείγματα γραφής από παλαιούς συντρόφους και συναγωνιστές που θα αποδειχθούν ευάλωτοι στις Σειρήνες της εξουσίας.