Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Χάθηκαν 15 "Ελλάδες" στην Κίνα: η βύθιση των αγορών της προξενεί διεθνή ανησυχία

Την ώρα που στην Ελλάδα και στην Ευρώπη γενικότερα το ενδιαφέρον είναι στραμμένο γύρω από το Grexit και την αποφυγή του, στην Ασία διαδραματίζεται τις τελευταίες εβδομάδες μια άνευ προηγουμένου κατάρρευση των κινεζικών χρηματιστηρίων. Η επιδείνωση αυτής της κατάστασης, σε συνδυασμό με μια κακή κατάληξη της ελληνικής κρίσης, μπορεί να θέσει σε μεγάλο κίνδυνο την οικονομία παγκοσμίως.
Πάντως, η προσοχή των οικονομικών παραγόντων και επενδυτών διεθνώς, περισσότερο και από τις εξελίξεις γύρω από την Ελλάδα, είναι τις μέρες αυτές στραμμένο στους κραδασμούς που συμβαίνουν στις αγορές της Κίνας, στις οποίες από την έναρξη της πτώσης στις 12 Ιουνίου έχουν χαθεί αξίες περισσότερες των 3 τρις δολάρια.
Τα δύο χρηματιστήρια της Κίνας, εκείνα της Σαγκάης και της Σεντζέν, καθώς και του Χονγκ Κονγκ, παρουσιάζουν μέση πτώση 30%, γεννώντας φόβους για κραχ. Επίσης, εκτός από τη σημαντική απομείωση των αξιών των περισσότερων εισηγμένων μετοχών στις κινεζικές αγορές, τις τελευταίες εβδομάδες έχει ανασταλεί η διαπραγμάτευση περίπου 1000 μετοχών που αντιστοιχούν στο 1/3 όσων βρίσκονται σε διαπραγμάτευση. Το αποτέλεσμα είναι να παγώσουν, επίσης, κεφάλαια ύψους 1,5 τρις δολ., που αντιστοιχούν στο 1/5 του συνόλου της χρηματιστηριακής αξίας. Και για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, μόνο το ποσό αυτό ισοδυναμεί με την κεφαλαιοποίηση ολόκληρης της χρηματιστηριακής αγοράς της Ινδίας.

Τα αίτια για την κατάρρευση των κινεζικών αγορών.

Πριν την κατάρρευση των τελευταίων εβδομάδων, να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί από τις αρχές του έτους άνοδος των κινεζικών μετοχών έως και 150%. Πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες ποσοστό αποδόσεων που ήταν πολλαπλάσιο των κερδών των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν οι εν λόγω μετοχές.
Και το ερώτημα είναι πως έφτασε σε αυτά τα σημεία υπερβολής η κινεζική αγορά.
Η απάντηση βρίσκεται στην υπερβολική μόχλευση με εύκολα δανεικά, στο ανερχόμενο ενδιαφέρον για τις κινεζικές αγορές από το εξωτερικό, αλλά κυρίως στις υψηλές προσδοκίες και τον κερδοσκοπικό πυρετό μεταξύ της ανερχόμενης μεσαίας τάξης της Κίνας.
Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε εύκολος και αθρόος δανεισμός από περιφερειακούς δημόσιους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι άνω των 90 εκατ. καθημερινών κινέζων άρχισαν να αγοράζουν και να παίζουν μετοχές με τις αποταμιεύσεις τους, ακόμη και από τους χώρους εργασίας τους, σε ειδικά καφέ ή μέσα από ταμπλέτες και smart phones. Έτσι, έφτασε το 80% της κεφαλαιοποίησης των κινεζικών αγορών να ανήκει σ’ αυτό τον πληθυσμό, ενώ τα γρήγορα κέρδη συνέχισαν να φέρνουν και άλλους μικροεπενδυτές. Παράλληλα, στα χρηματιστήρια της Κίνας άρχισαν να μπαίνουν ολοένα και περισσότεροι ξένοι επενδυτές κι αυτό παρά τους περιορισμούς στην είσοδο και έξοδο κεφαλαίων από την κινεζική αγορά. Πολλοί, μάλιστα, ακόμη συνεχίζουν να παίρνουν θέσεις, εκτιμώντας ότι η κινεζική οικονομία θα αρχίσει σύντομα να αναπτύσσεται πάλι ταχύτατα, εξαιτίας των μέτρων τόνωσης που έχει εισαγάγει το Πεκίνο. Όμως, προς το παρόν συνεχίζεται η απότομη διόρθωση.

Η έλλειψη μεταρρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Η πτώση των τελευταίων εβδομάδων στις κινεζικές αγορές συνέπεσε με την προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας (Π.Τ.) προς το Πεκίνο να επισπεύσει τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα της Κίνας, ώστε να μη λήξουν «οι τρεις δεκαετίες αστρονομικής απόδοσης» που γνώρισε η οικονομία της.
Στην τελευταία έκθεσή της για την Κίνα, η Παγκόσμια Τράπεζα κάλεσε τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των ζημιογόνων επενδύσεων, της υπερχρέωσης, αλλά και του σκιώδους τραπεζικού συστήματος που δεν υπόκειται καθόλου σε ρυθμίσεις. Επίσης, η Παγκόσμια Τράπεζα υπογράμμιζε πως στην Κίνα, σε αντίθεση με τις ανταγωνίστριες χώρες, το κράτος εξακολουθεί να διατηρεί σε συντριπτικό βαθμό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των τραπεζών και των άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Με βάση τα σχετικά στοιχεία, το κινεζικό κράτος ελέγχει επισήμως το 65% του ενεργητικού των τραπεζών, αλλά έχει de facto τον έλεγχο του 95% του ενεργητικού τους.
Έτσι, η Π.Τ. έχει επισημάνει πως το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κίνας παραμένει χωρίς ισορροπία, συμπιεσμένο, με υψηλό κόστος συντήρησης και πιθανώς ασταθές. Ακόμη, έχει υπογραμμίσει την ανάγκη για «θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις», καθώς συσσωρεύεται υπερχρέωση και πλεονασματική παραγωγική δυνατότητα σε πολλούς τομείς της οικονομίας.
Οι προσπάθειες του Πεκίνου για έλεγχο της κατάστασης
Η κυβέρνηση της Κίνας μοιάζει να χρησιμοποιεί τις ίδιες τακτικές που χρησιμοποίησαν οι αμερικανικές αρχές το 2008 για να στηρίξουν τις αγορές στο ζενίθ της τότε κρίσης. Έτσι, η κεντρική της τράπεζα υιοθετεί σταδιακά το ρόλο του ύστατου δανειστή, τυπώνοντας χρήμα για αγορά μετοχών και ώθηση τιμών.
Συγκεκριμένα, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας μείωσε το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά 25 μονάδες βάσης στο 4,85%, το επιτόκιο καταθέσεων στο 2%, ενώ περιόρισε και το απαιτούμενο ελάχιστο όριο τήρησης αποθεματικών για ορισμένες τράπεζες. Με δύο λόγια προχώρησε στη δική της ποσοτική για να στηριχθούν οι χρηματαγορές και η οικονομία. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που κεφάλαια από την κεντρική τράπεζα χρησιμοποιούνται για τη στήριξη της αγοράς και όχι αποκλειστικά προς τις τράπεζες, γεγονός που καταδεικνύει τη μεγάλη ανησυχία των αρχών.
Επίσης, στις αρχές της εβδομάδας οι 21 μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρίες της χώρας δεσμεύθηκαν να τοποθετήσουν από κοινού τουλάχιστον 120 δισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 19,33 δισ. δολαρίων, σε αγορές μετοχών με σκοπό τη σταθεροποίηση του χρηματιστηρίου. Ταυτόχρονα, 28 κινεζικές επιχειρήσεις ανακοίνωσαν ότι αναστέλλουν την αρχική δημόσια εγγραφή τους. Πάντως, η λήψη όλων αυτών των μέτρων δεν ανέκοψε, τουλάχιστον προς το παρόν, την ελεύθερη πτώση των κινεζικών αγορών. Αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσον μπορεί να υπάρξει σύντομα μια σταθεροποίηση, ενώ η προοπτική μιας περαιτέρω σημαντικής πτώσης των κινεζικών χρηματιστηρίων θα μπορούσε να απειλήσει πλέον τον πυρήνα της ήδη επιβραδυνόμενης οικονομίας της Κίνας. Πάντως, οι κινέζοι δημοσιογράφοι έχουν λάβει σαφείς οδηγίες να μην χρησιμοποιούν τις φράσεις «καταστροφή μετοχών» και «διάσωση της αγοράς» στα ρεπορτάζ τους για το χρηματιστήριο.

Οι συνέπειες στην ίδια την Κίνα αλλά και σε τρίτες χώρες

Όπως επισημαίνει σε σχετική ανάλυσή της η BNP Paribas, η πτώση των κινεζικών μετοχών συνεπάγεται, καταρχήν, μείωση του πλούτου των καταναλωτών της χώρας αλλά και της εμπιστοσύνης τους και επομένως πτώση της κατανάλωσης. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί, με τη σειρά της, να πλήξει τις επενδύσεις, αλλά και τον ρυθμό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από το Πεκίνο. Και τελικά αναμένεται να πληγεί η ίδια η κινεζική οικονομία, που ενδέχεται να αναπτυχθεί φέτος με ρυθμό κάτω από 7%.
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις στους τρίτους, αν και μικρή η συμμετοχή ξένων επενδυτών στις κινεζικές αγορές και επομένως εξίσου περιορισμένος ο αντίκτυπος στις παγκόσμιες αγορές, η ελεύθερη πτώση των κινεζικών χρηματιστηρίων μπορεί να πλήξει επενδυτές και επιχειρήσεις και σε άλλες χώρες, επηρεάζοντας τη διεθνή οικονομική κατάσταση.
Π.χ. για οικονομίες όπως της Αυστραλίας η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά για τις εξαγωγές της. Έτσι, η πτώση των κινεζικών χρηματιστηρίων προκαλεί μεγάλη ανησυχία στον Ωκεάνιο εμπορικό εταίρο του Πεκίνου, όπως φάνηκε και από τη στάση της κεντρικής τράπεζας της Αυστραλίας. Με τον τρόπο αυτό, η κινεζικής προέλευσης αβεβαιότητα προστίθεται στην υποχώρηση των τιμών των εμπορευμάτων και την επίμονα υψηλή ισοτιμία του δολαρίου Αυστραλίας που υπονομεύουν την 12η σε μέγεθος οικονομία του κόσμου.
Όμως και για την Γερμανία αναμένεται να υπάρχουν συνέπειες , καθώς το 40% των εξαγωγών της οδεύει προς την Κίνα. Έτσι, μια όξυνση της κινεζικής κρίσης θα δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στην ευάλωτη σε εξωτερικές απειλές γερμανική οικονομία.
Οι ΗΠΑ απειλούνται κι αυτές άμεσα, καθώς η Κίνα διακρατά 3 τρις δολ. αμερικανικό κρατικό χρέος σε ομόλογα, τα οποία μπορούν να αρχίσουν να πωλούνται σε κατάσταση συναγερμού.
Τέλος, η μεγάλη πτώση των κινεζικών μετοχών είναι πιθανό να μεταδοθεί σε κάποιο βαθμό στα χρηματιστήρια άλλων αναδυόμενων αγορών.

Η Κίνα και η Ελλάδα

Καθώς οξυνόταν η δική μας κρίση, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας είχε ανακοινώσει ότι μία χρεοκοπία της Ελλάδας δε θα έχει μεγάλες συνέπειες στην κινεζική οικονομίααφού, συγκριτικά, έχει περιορισμένες επενδύσεις στη χώρα μας.
Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου Σεν Ντανγιάνγκ δήλωσε ότι η Κίνα έχει επενδύσει 1,3 δισεκατομμύριο δολάρια στην Ελλάδα, στον τομέα της ναυτιλίας και των επικοινωνιών, ποσό που δεν θεωρείται «σημαντικό» για τα δεδομένα της δεύτερης οικονομίας του κόσμου. Επίσης, σύμφωνα με την εφημερίδα China Daily, οι επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κίνα περιορίζονται στο ποσό των 96 εκατ. δολαρίων.
Πάντως, η Κίνα θεωρεί τη χώρα μας ως μια από τις βασικές πύλες για τη μεταφορά των κινεζικών προϊόντων στην Ευρώπη. Να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας και η Κίνα είναι ο δεύτερος εμπορικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επίσης, το Πεκίνο έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι επιθυμεί μία ενωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση και ένα δυνατό ευρώ, με την Ελλάδα τμήμα του. Μόλις τον περασμένο μήνα ο πρωθυπουργός της Κίνας Λι Κετσιάνγκ είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια επίσκεψης στις Βρυξέλλες ότι η χώρα του δε θέλει να δει την Ελλάδα εκτός της ευρωζώνης και ότι θα συνεχίσει να αγοράζει χρεόγραφα των χωρών μελών της.
Τέλος, τον περασμένο Φεβρουάριο, λίγες μέρες μετά τις ελληνικές εκλογές, ο Λι είχε ζητήσει από τον Αλέξη Τσίπρα να διασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων των κινεζικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα και να υποστηρίξει το κινεζικό σχέδιο επενδύσεων στο λιμάνι του Πειραιά.

Τι μέλλει γενέσθαι

Σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές, η μεγάλη υποχώρηση των κινεζικών ADRs (παραστατικών τίτλων μετοχών) εισηγμένων στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ προδικάζει περαιτέρω πτώση των κινεζικών μετοχών.
Όπως προαναφέρεται, η χρηματιστηριακή διόρθωση οδήγησε στα τέλη Ιουνίου την κεντρική τράπεζα της Κίνας σε νέα μείωση των επιτοκίων της, την τέταρτη από το Νοέμβριο, με τους αναλυτές να πιστεύουν πως έπονται κι άλλες. Όμως οι πιέσεις δεν έχουν σταματήσει και έτσι ολοένα και περισσότερες μετοχές μπαίνουν σε αναστολή διαπραγμάτευσης.
Το Πεκίνο έχει, βέβαια, αρκετούς τρόπους να παρέμβει για να συγκρατήσει την πτώση. Και ήδη το πράττει, έχοντας αυξήσει τα περιθώρια δανεισμού στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, μειώνοντας τα εποπτικά όρια για τις κεφαλαιακές τους ανάγκες. Παράλληλα, όπως προαναφέρεται, έχει βάλει αριθμό κρατικών επενδυτικών ταμείων να αγοράζουν μετοχές και μεγάλες κινεζικές χρηματιστηριακές εταιρίες να σχηματίσουν κοινό ταμείο για να στηρίξουν την αγορά.
Το κυρίως πρόβλημα εντοπίζεται στις μετοχές κινεζικών εταιριών χαμηλής κεφαλαιοποίησης, που, όμως, είναι πολλές και έχουν προσελκύσει μεγάλους αριθμούς μικροεπενδυτών. Έτσι, έχει σημασία να λειτουργήσουν οι παρεμβάσεις των αρχών, πριν δημιουργηθεί λαϊκή κατακραυγή εξαιτίας των ζημιών που εγγράφουν τα νοικοκυριά.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η βουτιά στα χρηματιστήρια της Κίνας αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ και τους ηγέτες της χώρας, που ήδη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.
Οι παρεμβάσεις του Πεκίνου έχουν επίσης εγείρει ερωτήματα ως προς την ικανότητά του να θεσπίσει μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς, τα οποία βρίσκονται στο επίκεντρο της ατζέντας οικονομικών μεταρρυθμίσεων.
Ορισμένοι, επίσης, αναλυτές, θεωρούν ότι η μεγάλη πτώση των μετοχών προήλθε από την υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης στο 6.8% το β’ τρίμηνο του 2015, κάτω δηλαδή και από το 7% του α’ τριμήνου, που ήταν ήδη το χαμηλότερο επί σειρά ετών.
Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τα εταιρικά χρέη της Κίνας που ανέρχονται σε 14,2 τρις δολ. (μεγαλύτερα από τα εταιρικά χρέη ακόμη και των ΗΠΑ που φτάνουν τα 13,1 τρις δολ. ) είναι πηγή ανησυχιών για τη διεθνή οικονομία, σημαντικά μεγαλύτερη από το σενάριο του Grexit