Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Γιατί ψηφίζω ΟΧΙ (a rational choice argument)

του Άκη Γαβριηλίδη από το
photo:antonopoulos giorgos
Όταν κανείς έχει μπροστά του ένα δίλημμα, μπορεί να προσανατολιστεί τι θα επιλέξει μεταξύ άλλων με βάση δύο στοιχεία:
α) το περιεχόμενο κάθε επιλογής,
β) τις συνέπειές τους.
Όσον αφορά το πρώτο:
Η επιλογή που μας ζητείται να εγκρίνουμε ή να απορρίψουμε συνίσταται σε ένα σύνολο οικονομικών μέτρων.
Η εφαρμογή των μέτρων αυτών είναι απολύτως ανορθολογική από κάθε άποψη. Και συγκεκριμένα, τόσο από άποψη ηθικοπολιτική όσο και από άποψη πρακτικής-τεχνικής αποτελεσματικότητας:
α) Τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν επιλογή της ελληνικής κοινωνίας, δεν αντιστοιχούν σε κάποια αυτοτελή πολιτική επιθυμία που να γεννήθηκε στο εσωτερικό της.
Αποτελούν προϊόν έξωθεν αποικιοκρατικής επιβολής.
β) Τα μέτρα αυτά είναι τελείως ακατάλληλα για την επίτευξη του δεδηλωμένου στόχου τους, δηλ. την αποπληρωμή του χρέους.
Διότι δεν συμβάλλουν να παραχθεί πλούτος, ώστε ένα μέρος του να μεταβιβασθεί εν συνεχεία στους δανειστές προς εξόφληση, αλλά αντιθέτως παράγουν φτώχεια.
Αυτό έχει υπέρ-επαρκώς αποδειχθεί από την πενταετή ήδη εφαρμογή μέτρων που βασίζονται στην ίδια λογική.
(Ένας από τους λόγους της αποτυχίας αυτής είναι ακριβώς, το στοιχείο α) ανωτέρω, δηλ. η έξωθεν επιβολή τους: όπως πολύ ορθά επισήμανε –χωρίς όμως να αντλήσει απ’ αυτό τη μόνη λογική συνέπεια- ο ίδιος ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, μια οικονομική πολιτική είναι αδύνατο να λειτουργήσει εάν δεν έχει τη στοιχειώδη ανοχή της κοινωνίας πάνω στην οποία εφαρμόζεται).
Όσον αφορά το δεύτερο:
Μας λέγεται από πολλούς, κάποτε με υποκριτική αλλά και κάποτε με ειλικρινή και κατανοητή αγωνία, ότι η αρνητική ψήφος θα έχει πολύ δυσάρεστες και απρόβλεπτες συνέπειες για την ελληνική κοινωνία.
Οι φόβοι αυτοί είναι βάσιμοι.
Πλην όμως, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι δυσάρεστες αυτές συνέπειες είναι πολύ πιθανό –για να μην πούμε βέβαιο- ότι θα επέλθουν και με τη θετική ψήφο.
Επιπλέον, είναι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι η θετική ψήφος θα σημάνει τέρμα του κατήφορου.
Αντίθετα, θα νομιμοποιήσει -και θα μονιμοποιήσει- τους συνεχείς ελέγχους και τις συνεχείς αξιώσεις για ακόμη περισσότερες υποχωρήσεις, όπως αδιαλείπτως συνέβαινε μέχρι τώρα.
Οπότε, εάν η «στάθμιση του ρίσκου» δεν μπορεί να δώσει σαφές προβάδισμα σε μία από τις δύο επιλογές, θα πρέπει να αποφασίσουμε με βάση κάποιον άλλο πρόσφορο παράγοντα.
Τέτοιο παράγοντα συνιστά κατά τη γνώμη μου η εξής σκέψη: και οι δύο επιλογές οδηγούν σε ανυπόφορη λιτότητα, αλλά στη μία τη λιτότητα την έχουμε προσυπογράψει, ενώ στην άλλη όχι.

Η προσυπογραφή αυτή συνιστά ταφόπλακα σε οποιαδήποτε δυνατότητα αντιρρήσεων και διαφωνίας για το μέλλον.
Εάν κανείς επιχειρήσει να διαμαρτυρηθεί για οτιδήποτε, η διαμαρτυρία αυτή θα παρακάμπτεται εύκολα με το επιχείρημα «κύριοι, εσείς τα ψηφίσατε».
Υπό αυτή την έννοια, το «ΝΑΙ» είναι μια επιλογή-ταφόπλακα, μια επιλογή η οποία καταργεί όλες τις επιλογές. Και ως εκ τούτου καταργεί την ίδια τη δημοκρατία, ως δυνατότητα έλλογης ανταλλαγής επιχειρημάτων σχετικά με το πώς οργανώνουμε την κοινή μας ύπαρξη.
Για τους λόγους αυτούς, το ΟΧΙ εμφανίζεται ως η πιο ορθολογική επιλογή, τόσο σε επίπεδο αρχής όσο και σε πρακτικό επίπεδο.