Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Στο νησί δεν έχει μνημόνιο

IMG_6074
Τρίτη μέρα σήμερα στο νησί και κανείς δεν έχει καταλάβει πως έχει έρθει ένα ακόμη μνημόνιο. Αυτό στην αρχή με άγχωνε όμως στην πορεία κατάλαβα ότι, όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος επιβεβαιώνεται ότι μνημόνια έχει μόνο η Αθήνα και μερικές ακόμη μεγάλες πόλεις, κι όχι τα χωριά (γιατί στο νησί μένω σε χωριό κι όχι σε κάνα χλιδάτο παραθαλάσσιο σπίτι).
Όταν ήρθα στο νησί βρήκα την Μαρίκα. Η Μαρίκα είναι μια όμορφη αλλά πολύ φοβισμένη γατούλα, που μάλλον οι χωριάτες της έχουν ρίξει πολλές κλωτσιές (γιατί το συνηθίζουν αυτό εδώ αλλά ακόμη δεν έχω δει κανέναν για να τον πάω σηκωτό στο λιμενικό). 
Η Μαρίκα είναι μια ασπρόμαυρη γάτα που έρχεται κάθε πρωί και τρώμε μαζί πρωινό. Αλλά είναι αρκετά αγριεμένη και δεν κάθεται να την χαϊδέψω. Νομίζω όμως ότι τις επόμενες μέρες θα τα καταφέρω. 
Της πήραμε τροφή όμως αυτή προτιμά τα κεφάλια από κάτι γαρίδες που κράτησα στο ψυγείο. Τις γαρίδες εμείς τις φάγαμε με μακαρόνια, κι η Μαρίκα καθαρίζει ό,τι έμεινε. Τις γαρίδες μας τις έδωσαν, γιατί εδώ σπάνια τις βρίσκεις πριν πάνε στις αμέτρητες ταβέρνες. Εγώ όμως δεν πατάω το πόδι μου εκεί γιατί και πανάκριβα είναι και μαγειρεύω καλύτερα από αυτούς.
Την τρίτη μέρα η Μαρίκα έφερε και μια φίλη της, ενώ μαζί τους έχουν κι ένα μικρό γατάκι. Στο γατάκι έβαλα γάλα γιατί η Μαρίκα είχε φάει σχεδόν όλες τις γαρίδες και αν έδινα αλλού όσες περίσσεψαν, τότε δεν θα μου ξαναμιλούσε ποτέ. 
 
Γάτες… 
Στο διπλανό σπίτι που είναι μισογκρεμισμένο έχει εγκατασταθεί μια κοτούλα με επτά κλωσσόπουλα. Αυτήν δεν έχω καταφέρει να την πλησιάσω, αλλά της αφήνω φλούδες από καρπούζι, πατάτες και ό,τι άλλο πετάω όταν μαγειρεύω για να είναι γερή και να προστατεύει τα μικρά της. Η μαμά κότα μαζεύει τα μικρά της κάτω από τις φτερούγες της κάθε βράδυ και κοιμούνται. Τα είδα καταλάθος μια φορά. Κι είναι σίγουρο ότι δεν έχει καμία έγνοια, παρά μόνο να είναι τα μικρά της ασφαλή.
  
Η αίσθηση της ασφάλειας και της αυτάρκειας δεν περισσεύει στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι ξέρουν μεν να αγαπούν, όμως δεν γνωρίζουν ποια είναι τα όρια τους. Τα ζώα είναι αλλιώς. Ειδικά εκείνα που έχουν γνωρίσει την ανθρώπινη σκληρότητα. Σε φοβούνται όταν πας κοντά τους, αλλά κάθονται δίπλα σου για να σε ευχαριστήσουν. Κι αυτό είναι ένα συναίσθημα μοναδικό.
Σε λίγο όμως πρέπει να φύγω. Το μικρό γατί έχει κάτσει μέσα στα σκοτάδια και η τρίτη γάτα που ήρθε, ήπιε το γάλα του. Αύριο που θα τελειώσουν τα αποφάγια απ’τις γαρίδες έχω να τους δώσω να γλείψουν κάτι κόκκαλα από χοιρινές μπριζόλες. Αυτές τις πήρα απ’τον αγαπημένο μου χασάπη στο νησί. Στάζει μέλι από τα νιάτα του για τη γιαγιά μου και κάθε φορά που ψωνίζω μου δίνει το καλύτερο κομμάτι κρέας που του ζητάω. Μου βάζει πάντα παραπάνω και με χρεώνει λιγότερο. Εγώ δεν του ζητάω ποτέ ρέστα. Ούτε απόδειξη. 
Εδώ γενικά δεν ζητάω απόδειξη αν και οι περισσότεροι δίνουν. Υπάρχει όμως κι ένα μέρος με καλή ρακή, μεζέδες που τους παραγγέλνω να τους φτιάξουν χωρίς να δω τον κατάλογο, και αποφάγια για τα ζώα που θα μείνουν μαζί μου τις επόμενες μέρες. Αυτοί δεν δίνουν απόδειξη. Δίνουν όμως αγάπη και καλές τιμές. Έτσι όπως μας έχουν φτάσει, μου αρκεί. Γιατί ξέρω ότι δεν με δουλεύουν.
Είναι κρίμα που δεν έχω βρει ακόμη τον γαϊδαράκο που κατασκήνωνε στο χωράφι κάτω απ´το σπίτι. Οι γάιδαροι τα τελευταία χρόνια λιγοστεύουν, κι αυτός ήταν για ένα καλοκαίρι το ρολόι μου. Γκάριζε κάθε μισή ώρα ακριβώς. Μετά όμως τον μετακίνησαν δύο φορές και έχασε την επαφή του με τον χρόνο. 
Στο νησί οι γάιδαροι ήταν κάποτε σαν άνθρωποι. Όταν πέθανε ένας θείος (βασικά αδελφός του παππού μου του μακαρίτη) ο γάιδαρός του μαράζωσε. Πήγαινε κάθε μέρα στο νεκροταφείο που τον είχαν θάψει. Τελικά μετά από λίγο καιρό πέθανε κι αυτός.
Έτσι είναι όμως τα ζώα. Αγαπάνε κι εμπιστεύονται τον άνθρωπο κι ας τα έχουν βασανίσει. Δυστυχώς στην πόλη δεν μπορώ να έχω κάποιο ζώο. Όμως από την άλλη, αν έχεις δει πώς είναι να ζουν στο χωριό, δεν σου πάει καρδιά να τα πάρεις μακριά απ’τον τόπο τους. 
Καλύτερα είναι εδώ. Οι άνθρωποι είναι κάποιες φορές κακοί, αλλά δεν γίνονται παρανοϊκοί. 
Αύριο θα ποτίσω τη λεμονιά και τη μανταρινιά μου. Και θα δω για άλλη μια φορά το άδειο μποστάνι και θα υποσχεθώ ότι κάποτε θα με βρει εδώ, να το γεμίζω με ζαρζαβατικά. Και μετά να τα μοιράζομαι με τα ζώα μου και με αυτούς που αγαπάω και με αγαπάνε.