Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Ένας μικρός Αλ Πτσίνο

Ένας μικρός Αλ Πτσίνο:Με αφορμή το «Μικροί Κύριοι» του Άιρα Σακς
Κείμενο: Old Boy
Email: oldboy@elculture.gr
To Mπρούκλιν δεν είναι πια αυτό που ήταν.
Το Μπρούκλιν άλλαξε, έφτιαξε, καθάρισε, τζεντριφικεϊσονοποιήθηκε.
Έτσι, όταν πεθαίνει ο παππούς του Τζέικ που ζούσε μια ζωή εκεί, όχι μόνο είναι απολύτως οκ για το γιο του και την οικογένειά του να μετακομίσουν από το Μανχάταν στο μεγάλο του σπίτι, αλλά βασικά είναι και οικονομικά σωτήριο.
Γιατί εκτός από τη δωρεάν κατοικία που βρίσκεται στον πρώτο όροφο, υπάρχει και το ισόγειο που ανήκε στον παππού.
Το ισόγειο το νοικιάζει η λατινοαμερικανικής καταγωγής Λίονορ.
Η Λίονορ ζει μόνη με το δεκατριάχρονο γιο της τον Τόνι, ο οποίος είναι συνομήλικος του Τζέικ και με τον οποίο γίνονται αμέσως κολλητοί φίλοι.
Λειτουργεί στο ισόγειο ένα μικρό μαγαζί με χειροποίητα ρούχα.
Όταν το πρωτονοίκιασε, ο παππούς τής έλεγε ότι το μαγαζί πρόσφερε γκλάμουρ στη γειτονιά.
Τώρα όμως η γειτονιά το έχει ξεπεράσει σε γκλάμουρ και σε χάιπ, αλλά κυρίως το έχουν ξεπεράσει οι τιμές.
Το νοίκι το οποίο έδινε αρχικά και το οποίο ήταν ούτως ή άλλως και τότε φτηνό, δεν άλλαξε καθόλου με τα χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι πια εξευτελιστικό.

Και η οικογένεια του Τζέικ πρέπει να ζήσει κι αυτή.
Που δεν είναι ότι δε ζει δηλαδή.
Γιατί ακόμη κι αν ο πατέρας είναι ηθοποιός που εδώ και χρόνια δε συνεισφέρει ουσιωδώς οικονομικά στα της οικογένειας, ακόμη κι αν το φαγητό το βάζει στο τραπέζι η γυναίκα του, ψυχολόγος ειδικευμένη στις συγκρούσεις, πρέπει να βάζει ικανοποιητικό φαγητό γιατί διατηρεί για τον εαυτό της την πολυτέλεια να μη δουλεύει κάθε Δευτέρα, ώστε να μπορεί, όπως λέει, να οργανώνει καλύτερα τη ζωή της. Κι εκτός από την οικογένεια του Τζέικ, πρέπει να ζήσει και η αδελφή του πατέρα του.
Που έχει ριχτεί κληρονομικά.
Και που πιέζει τον αδελφό της να σταματήσει να είναι τόσο ευαίσθητος και να εξηγήσει επιτέλους στην Λίονορ ότι αν θέλει να μείνει, το νοίκι πρέπει να αυξηθεί σημαντικά.
Κι ακόμη κι αν απέχει αρκετά από την τιμή της αγοράς, είναι μια αύξηση που η Λίονορ δεν μπορεί να αντέξει.

Και κανείς τους δεν έχει ακριβώς άδικο, όλοι με τον τρόπο τους κι από τη σκοπιά τους δίκιο έχουν, αλλά τι να κάνουμε, ακόμη κι όταν έχουμε την πιο ήπια μορφή σύγκρουσης, αυτό δεν αναιρεί ότι η σύγκρουση υπάρχει και ότι άπτεται βασικότατων συμφερόντων της κάθε μιας πλευράς.
Δεν έχουμε εδώ βίαιες συγκρούσεις, οι δρόμοι του Μπρούκλιν είναι πεντακάθαροι, η σύγκρουση θα γίνει με τον πιο πολιτισμένο τρόπο, ο Γκρεγκ Κινίαρ είναι ο πιο γλυκός και χαμηλότονος άνθρωπος του κόσμου, δεν υπάρχει καν το υποκατάστατο της νομικής διαμάχης,  εδώ τα πράγματα είναι καθαρά: νομικά εν αδίκω βρίσκεται η γυναίκα.
Δεν είναι δική της η περιουσία, είναι των παιδιών του μακαρίτη.
Κι ας επικαλείται αυτή την επιθυμία του.
Κι ας δείχνει φωτογραφίες του μαζί της και με το γιο της.
Κι ας λέει ότι ήμουν πιο κοντά του από ό,τι εσείς, τα παιδιά του.
Αφού ο μακαρίτης δεν διατύπωσε την επιθυμία του σε ένα κομμάτι χαρτί, η επιθυμία του θεωρείται δεδομένη, οι νόμοι είναι τόσο σαφείς, όσο και οι νόμοι της αγοράς: οι τιμές έχουν ανέβει και οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της γης δικαιούνται να απολαύσουν τη νέα καθαρή γειτονιά.
Καθαρή αν όχι φυλετικά, πάντως οικονομικά.
Η ταινία πατάει από τη μια πλευρά στη σύγκρουση των αντικρουόμενων ενήλικων οικονομικών συμφερόντων και από την άλλη στην ολοένα και μεγαλύτερη σύνδεση των δύο παιδιών, των δύο εφήβων, των δύο νεαρών αυτών ανδρών.
Αυτά όχι μόνο δεν έχουν κάτι να χωρίσουν, αλλά βρίσκουν διαρκώς πράγματα που τους ενώνουν. Όπως η αγάπη τους για τις τέχνες και η σχολή στην οποία θέλουν να κάνουν μαζί αίτηση.
Ο Τζέικ ζωγραφίζει, ο Τόνι θέλει να γίνει ηθοποιός.
Στο ρόλο του Τόνι, ο γεννημένος το 2002 Μάικλ Μπαρμπιέρι, δεκατριών χρονών όταν γυριζόταν η ταινία, είναι μια αληθινή αποκάλυψη.
Θυμίζει έναν μικρό Αλ Πατσίνο, βγάζει αυτή την απίστευτη άνεση και αύρα στο φακό, έχει κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει σε λέξεις, μόνο να το δεις μπορείς για να καταλάβεις αμέσως ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι διαφορετικό.
Και μάλλον ο σκηνοθέτης Άιρα Σακς ενθουσιάζεται τόσο με αυτό που βλέπει να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια του, που του αφιερώνει ολόκληρες σκηνές που δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να δείχνουν πόσο ατόφιο ταλέντο είναι, όπως μια σκηνή δράσης και αντίδρασης με το δάσκαλο υποκριτικής.

Ο Γκρέγκ Κινίαρ πάλι, υποδύεται έναν ηθοποιό που πρωταγωνιστεί σε εκτός Μπρόντγουέι παράσταση στο «Γλάρο». Και καθώς δεν υποδύεται τον ήρωα στο «Γλάρο», αλλά το χαρακτήρα του που υποδύεται τον ήρωα στο Γλάρο, προσπαθείς να σκεφτείς αν αυτό που παρακολουθείς είναι ο τρόπος που και ο ίδιος θα τον έπαιζε αν έπαιζε στην παράσταση ή αν βάζει μέσα στοιχεία από τον ήρωά του. Κι αν ναι, τον παίζει άραγε «χειρότερα» από ό,τι θα τον έπαιζε ο ίδιος; Το να υποδυθείς έναν ηθοποιό που παίζει χειρότερα από σένα είναι κάτι που γίνεται. Το να υποδυθείς έναν ηθοποιό που παίζει καλύτερα από σένα, είναι μάλλον κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει ιδέα για μια μικρή παράδοξη ιστορία.

«Οι Μικροί Κύριοι» είναι μια ταινία που όχι μόνο διαρκεί πολύ λίγο, αλλά ακόμη και σε αυτό το λίγο παίρνει το χρόνο της και δεν άγχεται καθόλου να προλάβει να πει την ιστορία της. Κι όμως προλαβαίνει και λέει και μία και δύο ιστορίες, κι όμως προλαβαίνει και φτιάχνει σχέσεις και συγκρούσεις με νόημα και υπόσταση, κι όμως έχει καταφέρει να πει με τα ελάχιστα, πάρα πολλά και πάρα πολύ ουσιώδη.
elculture.gr